HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σκασμένος

Ρήμα θηλυκό CEFR B2
skaˈzme.nos

Ορισμοί

  1. που έχει σκάσει, εκραγεί ή ξεφουσκώσει βίαια
  2. πολύ στενοχωρημένος ή εκνευρισμένος
  3. χαρακτηρισμός για κάποιον, συνήθως παιδί, που το θεωρούμε ίσως ενοχλητικό αλλά χαριτωμένο

Ισοδύναμα

36 more languages

Παραδείγματα

“Το αυτοκίνητο έχει σκασμένο λάστιχο.”

The car has a flat tyre.

“σκασμένα χείλη”

chapped lips

“ένα σκασμένο λάστιχο, ένα σκασμένο μπαλόνι”
“άσε με, μου χάλασε πάλι το αυτοκίνητο και είμαι σκασμένος”
βρε τα σκασμένα τα διαβολόπαιδα, τι πήγανε πάλι και σκαρώσανε”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκασμένος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free