HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκασμένος | Babel Free

Verb feminine CEFR B2
/skaˈzme.nos/

Ορισμοί

  1. που έχει σκάσει, εκραγεί ή ξεφουσκώσει βίαια
  2. πολύ στενοχωρημένος ή εκνευρισμένος
  3. χαρακτηρισμός για κάποιον, συνήθως παιδί, που το θεωρούμε ίσως ενοχλητικό αλλά χαριτωμένο

Παραδείγματα

“Το αυτοκίνητο έχει σκασμένο λάστιχο.”

The car has a flat tyre.

“σκασμένα χείλη”

chapped lips

“ένα σκασμένο λάστιχο, ένα σκασμένο μπαλόνι”
“άσε με, μου χάλασε πάλι το αυτοκίνητο και είμαι σκασμένος”
“βρε τα σκασμένα τα διαβολόπαιδα, τι πήγανε πάλι και σκαρώσανε”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκασμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course