HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σακάτης | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/saˈkatis/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ανάπηρος ή με κατεστραμμένη υγεία

Ισοδύναμα

English Crippled

Παραδείγματα

“Ο νάνος, ο σακάτης και η μητέρα της τρέλας.”

The dwarf, the cripple and the mother of madness.

“※ Κι υπάρχει και τρίτη ιστορία περί πτώσης του Ηφαίστου: ότι επειδής ο Ζευς είχε ήδη αρχίσει τα ξεπορτίσματα και η Ήρα είχε φάει τα λυσσακά της που ο άντρας της είχε γεννήσει μοναχός του την Αθηνά απʼ το κεφάλι […] αποφάσισε να του αφήσει τον πρωτότοκο γιο του σακάτη για τιμωρία, και το ʼριξε το παιδί πέναλτι στο Γάμα.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σακάτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course