Meaning of σακάτης | Babel Free
/saˈkatis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ανάπηρος ή με κατεστραμμένη υγεία
Ισοδύναμα
English
Crippled
Παραδείγματα
“Ο νάνος, ο σακάτης και η μητέρα της τρέλας.”
The dwarf, the cripple and the mother of madness.
“※ Κι υπάρχει και τρίτη ιστορία περί πτώσης του Ηφαίστου: ότι επειδής ο Ζευς είχε ήδη αρχίσει τα ξεπορτίσματα και η Ήρα είχε φάει τα λυσσακά της που ο άντρας της είχε γεννήσει μοναχός του την Αθηνά απʼ το κεφάλι […] αποφάσισε να του αφήσει τον πρωτότοκο γιο του σακάτη για τιμωρία, και το ʼριξε το παιδί πέναλτι στο Γάμα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.