Meaning of σακατιλίκι | Babel Free
Ορισμοί
- η σωματική αναπηρία
- το ψυχολογικό αποτέλεσμα ενός πάθους, μιας εξάρτησης ή άλλης αδυναμίας
Παραδείγματα
“Σας αρέσει ο ίλιγγος της ταχύτητας; Εγώ τρελαίνουμαι. Παρ΄ όλα τα κάζα που έχω πάθει. Είναι ψυχικό σακατιλίκι από κούνια; Είναι τοξίνωση επιγενόμενη; Δεν ξέρω. Μα σαν η ψυχή μου βρίσκεται σε ταραχές, θέλω να τρέχω. (Μ.Καραγάτσης, "Το εγγλέζικο μαχαίρι")”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.