Meaning of σακατεμένος | Babel Free
Ορισμοί
που σακατεύτηκε, χτυπήθηκε άσχημα σε ατύχημα ή (μεταφορικά) χτυπήθηκε από τις δυσκολίες της ζωής, από ό,τι μπορεί να προκαλέσει μεγάλη φθορά, αναπηρία
Παραδείγματα
“σακατεμένος απ' τα χρόνια, κι από καταχρήσεις, σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι (Κ. Καβάφης, "Πολύ σπανίως")”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.