Σημασία του πρόνοια | Babel Free
ˈpɾo.ni.aΟρισμοί
- η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων
- η σύνεση
- η μέριμνα, ιδίως αυτή που εκδηλώνεται οργανωμένα και δημόσια, προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη
- η έκταση γης που παραχωρούσε ο βυζαντινός αυτοκράτορας σε στρατιωτικούς ως ανταπόδοση στις υπηρεσίες τους
-
οι πρόνοιες: η πρόβλεψη του νόμου, του Συντάγματος κ.λπ. Cypriot, plural
- οι όροι μιας συμφωνίας
Ισοδύναμα
Esperanto
Providenco
Gaeilge
fadcheann
Magyar
gondviselés
Հայերեն
նախախնամություն
Русский
благоденствие
благосостояние
благотворительность
благотворительство
посо́бие
предусмотри́тельность
провиде́ние
Провиденс
про́ния
ไทย
พรอวิเดนซ์
Tiếng Việt
lợi ích
Παραδείγματα
“η εταιρεία είχε εκφράσει ενστάσεις για πρόνοιες που περιλαμβάνονταν στα κείμενα της συμφωνίας αγοραπωλησίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free