πρόνοια
Ορισμοί
- η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων
- η σύνεση
- η μέριμνα, ιδίως αυτή που εκδηλώνεται οργανωμένα και δημόσια, προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη
- η έκταση γης που παραχωρούσε ο βυζαντινός αυτοκράτορας σε στρατιωτικούς ως ανταπόδοση στις υπηρεσίες τους
-
οι πρόνοιες: η πρόβλεψη του νόμου, του Συντάγματος κ.λπ. Cypriot, plural
- οι όροι μιας συμφωνίας
Ισοδύναμα
23 more languages
EsperantoProvidenco
Gaeilgefadcheann
Magyargondviselés
Հայերեննախախնամություն
Русскийблагоденствиеблагосостояниеблаготворительностьблаготворительствопосо́биепредусмотри́тельностьпровиде́ниеПровиденспро́ния
ไทยพรอวิเดนซ์
Tiếng Việtlợi ích
Παραδείγματα
“η εταιρεία είχε εκφράσει ενστάσεις για πρόνοιες που περιλαμβάνονταν στα κείμενα της συμφωνίας αγοραπωλησίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free