HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πατάκι

Ουσιαστικό CEFR B1
paˈta.ci

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. το χαλάκι
  3. το χαλάκι σε εισόδους οικημάτων, στο οποίο σκουπίζουμε τις σόλες των υποδημάτων μας πριν μπούμε
    especially
  4. το πλαστικό ή δερμάτινο κομματάκι που τοποθετείται πάνω από τον πάτο ενός υποδήματος (και συνήθως στο πίσω μέρος)

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: ταπάκι”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πατάκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free