HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παραλία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
pa.ɾaˈli.a

Ορισμοί

  1. οι παραλιακές περιοχές, τα παράλια μέρη.
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“※ ..διέμενε, μαζί με τη γυναίκα του Νάνσυ και την κόρη του Πηνελόπη, στην παραλία, στην οδό Ναυαρίνου, επάνω στο κυμοθάλασσο, όπως έλεγε η Μαρία (Νέα Εστία, τεύχη 1650-1654, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1996, σελ. 742)”
“οι αρχαίες ελληνικές αποικίες στα παράλια της Μικράς Ασίας”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παραλία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free