HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του παραλία | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
pa.ɾaˈli.a

Ορισμοί

  1. οι παραλιακές περιοχές, τα παράλια μέρη.
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο

Ισοδύναμα

العربية مل
Bosanski obala riba обала
Català riba
Cymraeg morlin
Dansk kystlinje
Esperanto marbordo
Gàidhlig tràigh
Galego varar
עברית חוף
Hrvatski obala riba обала
Bahasa Indonesia bimbin
Italiano balneari incagliare Lido spiaggia sponda
日本語 海岸線
Kurdî riba
Latina subduco
Nederlands kust Kustland kustlijn kuststrook strand
Português linha costeira praia
Română coastă litoral plaja
Slovenčina pláž
Српски obala riba обала
Svenska kustlinje
Kiswahili mwambao
Türkçe kumsal yalı
Українська пляжний
Tiếng Việt bãi biển bến bờ luỵ
中文 海灘
繁體中文 海灘

Παραδείγματα

“※ ..διέμενε, μαζί με τη γυναίκα του Νάνσυ και την κόρη του Πηνελόπη, στην παραλία, στην οδό Ναυαρίνου, επάνω στο κυμοθάλασσο, όπως έλεγε η Μαρία (Νέα Εστία, τεύχη 1650-1654, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1996, σελ. 742)”
“οι αρχαίες ελληνικές αποικίες στα παράλια της Μικράς Ασίας”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παραλία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free