Meaning of παραλία | Babel Free
/pa.ɾaˈli.a/Ορισμοί
- οι παραλιακές περιοχές, τα παράλια μέρη.
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο
Παραδείγματα
“※ ..διέμενε, μαζί με τη γυναίκα του Νάνσυ και την κόρη του Πηνελόπη, στην παραλία, στην οδό Ναυαρίνου, επάνω στο κυμοθάλασσο, όπως έλεγε η Μαρία (Νέα Εστία, τεύχη 1650-1654, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1996, σελ. 742)”
“οι αρχαίες ελληνικές αποικίες στα παράλια της Μικράς Ασίας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.