HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ξοδεύω | Babel Free

Ρήμα CEFR C2 Specialized
ksoˈðe.vo

Ορισμοί

  1. καταναλώνω αγαθό για συγκεκριμένη ανάγκη, σκοπό
  2. πληρώνω και εξαντλώ ένα χρηματικό ποσό ως αντίτιμο για κάτι που θέλω
  3. καταναλώνω ενέργεια, βενζίνη, ηλεκτρισμό κ.λπ.
  4. χρησιμοποιώ τις δυνάμεις, τον χρόνο, τις σκέψεις μου, για να πετύχω κάτι που επιθυμώ
    figuratively, general
  5. δαπανώ πολλά χρήματα
    passive
  6. σπαταλώ τις δυνάμεις μου σε κάτι που δεν αξίζει
    figuratively, general, passive

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ξοδεύω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

العربية استهلك
Ελληνικά αναλώνω
Español gastar
Bahasa Indonesia makan minum
Italiano spendere spendere
日本語 使い切る 払う 消費
한국어 쓰다
Português consume
Română cheltui
Türkçe harcamak harcamak tüketmek yemek
Tiếng Việt tiêu dùng tiêu pha

Παραδείγματα

“Κάθε βράδυ ξοδεύει μια περιουσία.”

He spends a fortune every night.

“Ξόδεψα όλη τη ζωή μου για σένα.”

I spent all my life for you.

“Ξοδέψαμε όλο το ζεστό νερό.”

We've used up all the hot water.

“Προσπαθεί να μην ξοδεύει συχνά τα λεφτά της.''”
“≈ συνώνυμα: δαπανώ”
“≈ συνώνυμα: καίω”
“Έχει ξοδέψει μια ζωή μελετώντας ανθρώπινες γλώσσες.”
“Ξοδεύτηκε για να αγοράσει ένα χρυσό ρολόι.”
“≈ συνώνυμα: καταξοδεύομαι, μπαίνω σε έξοδα, ξεπαραδιάζομαι”
“Ξοδεύτηκε σε πράγματα που τελικά δεν τον ενδιέφεραν.”
“≈ συνώνυμα: αναλώνομαι”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξοδεύω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free