Conjugation of ξοδεύω
ksoˈðe.voχρησιμοποιώ τις δυνάμεις, τον χρόνο, τις σκέψεις μου, για να πετύχω κάτι που επιθυμώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξοδεύω |
| εσύ | ξοδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδεύει |
| εμείς | ξοδεύουμε |
| εσείς | ξοδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξόδευα |
| εσύ | ξόδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξόδευε |
| εμείς | ξοδεύαμε |
| εσείς | ξοδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξόδευαν |
Αόριστος
| εγώ | ξόδεψα |
| εσύ | ξόδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξόδεψε |
| εμείς | ξοδέψαμε |
| εσείς | ξοδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξόδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξοδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξοδέψω |
| εσύ | ξοδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδέψει |
| εμείς | ξοδέψουμε |
| εσείς | ξοδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξόδευε |
| εσείς | ξοδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξόδεψε |
| εσείς | ξοδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξοδέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξοδεύομαι |
| εσύ | ξοδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδεύεται |
| εμείς | ξοδευόμαστε |
| εσείς | ξοδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξοδευόμουν |
| εσύ | ξοδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδευόταν |
| εμείς | ξοδευόμασταν |
| εσείς | ξοδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξοδεύτηκα |
| εσύ | ξοδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδεύτηκε |
| εμείς | ξοδευτήκαμε |
| εσείς | ξοδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξοδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξοδευτώ |
| εσύ | ξοδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδευτεί |
| εμείς | ξοδευτούμε |
| εσείς | ξοδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξοδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξοδέψου |
| εσείς | ξοδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξοδευτεί |