HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξοδεύω — definition

Conjugation of ξοδεύω

Regular CEFR C2
ksoˈðe.vo

χρησιμοποιώ τις δυνάμεις, τον χρόνο, τις σκέψεις μου, για να πετύχω κάτι που επιθυμώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξοδεύω
εσύ ξοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ξοδεύει
εμείς ξοδεύουμε
εσείς ξοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδεύουν
Παρατατικός
εγώ ξόδευα
εσύ ξόδευες
αυτός / αυτή / αυτό ξόδευε
εμείς ξοδεύαμε
εσείς ξοδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξόδευαν
Αόριστος
εγώ ξόδεψα
εσύ ξόδεψες
αυτός / αυτή / αυτό ξόδεψε
εμείς ξοδέψαμε
εσείς ξοδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξόδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξοδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξοδέψω
εσύ ξοδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ξοδέψει
εμείς ξοδέψουμε
εσείς ξοδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξόδευε
εσείς ξοδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξόδεψε
εσείς ξοδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξοδέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξοδεύομαι
εσύ ξοδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξοδεύεται
εμείς ξοδευόμαστε
εσείς ξοδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδεύονται
Παρατατικός
εγώ ξοδευόμουν
εσύ ξοδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξοδευόταν
εμείς ξοδευόμασταν
εσείς ξοδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδεύονταν
Αόριστος
εγώ ξοδεύτηκα
εσύ ξοδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξοδεύτηκε
εμείς ξοδευτήκαμε
εσείς ξοδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξοδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξοδευτώ
εσύ ξοδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ξοδευτεί
εμείς ξοδευτούμε
εσείς ξοδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξοδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξοδέψου
εσείς ξοδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξοδευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary