Meaning of ξεσχίζω | Babel Free
Ορισμοί
- κόβω με μανία σε κομμάτια, κουρελιάζω, κομματιάζω σε λωρίδες
- Το λεοντάρι ξεσχίζει' το θήραμά του
-
διαλύω τους αντιπάλους μου σε επιδόσεις figuratively
- μεσοπαθητικό: σχίζομαι, τραυματίζομαι ελαφρά
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) κουράζομαι, δουλεύω εντατικά
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο
Παραδείγματα
“Ξέσκισα στο διαγώνισμα - Ξέσκισε ο Παναθηναϊκός”
“Ξεσχίστηκα στους θάμνους, έπρεπε να πάω από το άλλο μονοπάτι”
“Ξεσχίζομαι στη δουλειά για ένα μισθό εξευτελιστικό”
“ξεσχιστήκαμε στο φαϊ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.