Σημασία του ξεσχίζω | Babel Free
Ορισμοί
- κόβω με μανία σε κομμάτια, κουρελιάζω, κομματιάζω σε λωρίδες
- Το λεοντάρι ξεσχίζει' το θήραμά του
-
διαλύω τους αντιπάλους μου σε επιδόσεις figuratively
- μεσοπαθητικό: σχίζομαι, τραυματίζομαι ελαφρά
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) κουράζομαι, δουλεύω εντατικά
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ξεσχίζω.
Ισοδύναμα
Ελληνικά
ξεσκίζω
English
tear apart
Suomi
ratketa
Bahasa Indonesia
cabik
日本語
引き裂く
Svenska
sönderslita
Türkçe
paralamak
Παραδείγματα
“Ξέσκισα στο διαγώνισμα - Ξέσκισε ο Παναθηναϊκός”
“Ξεσχίστηκα στους θάμνους, έπρεπε να πάω από το άλλο μονοπάτι”
“Ξεσχίζομαι στη δουλειά για ένα μισθό εξευτελιστικό”
“ξεσχιστήκαμε στο φαϊ”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free