Conjugation of ξεσχίζω
μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσχίζω |
| εσύ | ξεσχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσχίζει |
| εμείς | ξεσχίζουμε |
| εσείς | ξεσχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσχίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξέσκιζα |
| εσύ | ξέσκιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέσκιζε |
| εμείς | ξεσχίζαμε |
| εσείς | ξεσχίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέσκιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξέσχισα |
| εσύ | ξέσχισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέσχισε |
| εμείς | ξεσχίσαμε |
| εσείς | ξεσχίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέσχισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσχίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσχίσω |
| εσύ | ξεσχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσχίσει |
| εμείς | ξεσχίσουμε |
| εσείς | ξεσχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσχίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέσκιζε |
| εσείς | ξεσχίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέσχισε |
| εσείς | ξεσχίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσχίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσχίζομαι |
| εσύ | ξεσχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσχίζεται |
| εμείς | ξεσχιζόμαστε |
| εσείς | ξεσχίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσχίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσχιζόμουν |
| εσύ | ξεσχιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσχιζόταν |
| εμείς | ξεσχιζόμασταν |
| εσείς | ξεσχιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσχίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσχίστηκα |
| εσύ | ξεσχίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσχίστηκε |
| εμείς | ξεσχιστήκαμε |
| εσείς | ξεσχιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσχίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσχιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσχιστώ |
| εσύ | ξεσχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσχιστεί |
| εμείς | ξεσχιστούμε |
| εσείς | ξεσχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσχιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεσχίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσχίσου |
| εσείς | ξεσχιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσχιστεί |