HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεσχίζω — definition

Conjugation of ξεσχίζω

Regular CEFR B1

μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεσχίζω
εσύ ξεσχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεσχίζει
εμείς ξεσχίζουμε
εσείς ξεσχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσχίζουν
Παρατατικός
εγώ ξέσκιζα
εσύ ξέσκιζες
αυτός / αυτή / αυτό ξέσκιζε
εμείς ξεσχίζαμε
εσείς ξεσχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέσκιζαν
Αόριστος
εγώ ξέσχισα
εσύ ξέσχισες
αυτός / αυτή / αυτό ξέσχισε
εμείς ξεσχίσαμε
εσείς ξεσχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέσχισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσχίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεσχίσω
εσύ ξεσχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεσχίσει
εμείς ξεσχίσουμε
εσείς ξεσχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσχίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξέσκιζε
εσείς ξεσχίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξέσχισε
εσείς ξεσχίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεσχίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεσχίζομαι
εσύ ξεσχίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεσχίζεται
εμείς ξεσχιζόμαστε
εσείς ξεσχίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσχίζονται
Παρατατικός
εγώ ξεσχιζόμουν
εσύ ξεσχιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεσχιζόταν
εμείς ξεσχιζόμασταν
εσείς ξεσχιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσχίζονταν
Αόριστος
εγώ ξεσχίστηκα
εσύ ξεσχίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεσχίστηκε
εμείς ξεσχιστήκαμε
εσείς ξεσχιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσχίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσχιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεσχιστώ
εσύ ξεσχιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεσχιστεί
εμείς ξεσχιστούμε
εσείς ξεσχιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσχιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεσχίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεσχίσου
εσείς ξεσχιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεσχιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary