Σημασία του μπικουτί | Babel Free
Ορισμοί
μικρό αντικείμενο (ραβδάκι, τσιμπιδάκι, ρολό, κ.α.) που χρησιμοποιείται στην κόμμωση για να τυλίγουν κάθε τούφα μαλλιών κατά τη διάρκεια του στεγνώματος
Ισοδύναμα
Dansk
curler
Deutsch
Ackerwalze
Lockenwickel
Lockenwickler
Lockwellwickel
Lockwellwickler
Racke
Rolle
Schlenzer
Wickel
Magyar
hajcsavaró
Íslenska
hárrúlla
Македонски
виклер
Монгол
пигүүж
Türkçe
bigudi
Українська
керлінгі́ст
Tiếng Việt
bánh đai
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free