Meaning of ρολό | Babel Free
Ορισμοί
- μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα
-
αιτιατική ενικού του ρόλος accusative, singular
-
οποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος general
-
εργαλείο βαφής general
-
φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου general
-
το ρόλεϊ general
- προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα
Ισοδύναμα
English
roller blind
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ρόλος (αρσενικό)”
“ρολά κουφωμάτων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.