ρολό
Ορισμοί
- μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα
-
αιτιατική ενικού του ρόλος accusative, singular
-
οποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος general
-
εργαλείο βαφής general
-
φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου general
-
το ρόλεϊ general
- προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα
Ισοδύναμα
26 more languages
Danskjalousi
Deutschfalscher HaseFaschierter BratenFleischkäseHackbratenHeuchelhaseJalousieLockenwickelLockenwicklerLockwellwickelLockwellwicklerRollbalkenRollladeRollladenRolloWiegebraten
Gaeilgebuilín feola
Gàidhligbuileann feòla
Íslenskahárrúlla
Lietuviųzuĩkis
Македонскивиклер
Монголпигүүж
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ρόλος (αρσενικό)”
“ρολά κουφωμάτων”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free