HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λεκές | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/leˈces/

Ορισμοί

  1. κηλίδα που σχηματίζεται σε κάτι που λερώθηκε, π.χ. σε ένα ρούχο
  2. κάτι που θίγει την αξιοπρέπεια, την υπόληψη ή την αξία κάποιου
    figuratively

Παραδείγματα

“※ ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“※ στη σελίδα αυτή ξεχώριζε ένας φαρδύς μουντός λεκές από αίμα (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 1911)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λεκές used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course