HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του λεκές | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
leˈces

Ορισμοί

  1. κηλίδα που σχηματίζεται σε κάτι που λερώθηκε, π.χ. σε ένα ρούχο
  2. κάτι που θίγει την αξιοπρέπεια, την υπόληψη ή την αξία κάποιου
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية لطخة
Ελληνικά πιτσιλίζω
English Splatter stain stain
Esperanto makulo
Gaeilge scuaid
Magyar folt
Latina blattea
Te Reo Māori pāti
Nederlands spat spatten
Português nódoa
Română pată păta
Српски мрља
Türkçe leke

Παραδείγματα

“※ ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“※ στη σελίδα αυτή ξεχώριζε ένας φαρδύς μουντός λεκές από αίμα (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 1911)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λεκές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free