HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λιτός

Επίθετο θηλυκό CEFR B1
liˈtos

Ορισμοί

  1. που διαθέτει μόνο τα απαραίτητα, χωρίς καμία περιττή πολυτέλεια
  2. που δε διαθέτει στολίσματα

Ισοδύναμα

24 more languages
فارسیخسیس
日本語スパルタ
Kurdîavarê
Latviešuīss
Türkçeveciz
Tiếng Việtbủn xỉnchi li

Παραδείγματα

“Προτιμά έναν λιτό τρόπο ζωής, χωρίς περιττά πράγματα.”

He prefers a frugal way of life, without unnecessary things.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λιτός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free