Meaning of οικονόμος | Babel Free
/i.koˈno.mos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα
- υπηρέτης ή υπηρέτρια που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού
- τίτλος που δίνεται σε έγγαμους κληρικούς
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.