Meaning of Σπαρτιάτης | Babel Free
/spaɾˈtça.tis/Ορισμοί
-
ο Σπαρτιάτης adjective
-
ο δημότης ή κάτοικος της Σπάρτης ή αυτός που κατάγεται από την πόλη αυτή demonym
- εκείνος που είναι λιτός σε διάφορες συνήθειές του ή σκληραγωγημένος
Παραδείγματα
“Ο Κώστας αντέχει. Είναι Σπαρτιάτης”
“Σκληρή μάνα. Ούτε Σπαρτιάτισσα να ήτανε!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.