HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόρνα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈkoɾna/

Ορισμοί

  1. ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρνο
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. το κορνάρισμα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Hooter Horn

Παραδείγματα

“Αυτοί οι κάγκουρες όλο πατάνε την κόρνα όλο το βράδυ.”

Those petrolheads are blowing their horns all night.

“Δεν αντέχω τις κόρνες πρωί-πρωί.”

I can't stand beeping early in the morning.

“-Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες”
“※ 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόρνα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course