Meaning of κόρνα | Babel Free
/ˈkoɾna/Ορισμοί
- ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρνο accusative, nominative, plural, vocative
-
το κορνάρισμα figuratively
Παραδείγματα
“Αυτοί οι κάγκουρες όλο πατάνε την κόρνα όλο το βράδυ.”
Those petrolheads are blowing their horns all night.
“Δεν αντέχω τις κόρνες πρωί-πρωί.”
I can't stand beeping early in the morning.
“-Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες”
“※ 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.