HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κόρνα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈkoɾna

Ορισμοί

  1. ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρνο
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. το κορνάρισμα
    figuratively

Ισοδύναμα

17 more languages

Παραδείγματα

“Αυτοί οι κάγκουρες όλο πατάνε την κόρνα όλο το βράδυ.”

Those petrolheads are blowing their horns all night.

Δεν αντέχω τις κόρνες πρωί-πρωί.”

I can't stand beeping early in the morning.

“-Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες”
“※ 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόρνα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free