κωλόγερος
Ορισμοί
προσβλητικός χαρακτηρισμός απεχθούς, ανήθικου ή και ενοχλητικού ηλικιωμένου ανθρώπου
familiar, offensive
Ισοδύναμα
Englishold fart
Παραδείγματα
“Πέθανε επιτελούς αυτός ο κωλόγερος.”
That old bastard finally died.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free