Meaning of κορνίζα | Babel Free
/koɾˈni.za/Ορισμοί
- διακοσμητικό πλαίσιο για τοποθέτηση έργων ζωγραφικής, φωτογραφιών, διπλωμάτων ή άλλων επίπεδων αντικειμένων
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κορνιζάς accusative, genitive, singular, vocative
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.