καλοήθης
Ορισμοί
για νόσο που δεν έχει σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία, συνήθως σε αντιδιαστολή με θανατηφόρα νόσο με επιφανειακά παρόμοια συμπτώματα
Ισοδύναμα
23 more languages
العربيةحميد
עבריתשַׁפִּיר
Bahasa Indonesiajinak
Kurdîpaşa
Portuguêsbonacheirão
Русскийбеззлобный
中文良性
繁體中文良性
Παραδείγματα
“Μη φοβάστε! Είναι καλοήθης όγκος.”
Do not fear! It is a benign tumour.
“καλοήθης όγκος, καλοήθης παιδική επιληψία”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free