Meaning of εχθρικός | Babel Free
/ex.θɾiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με εχθρό, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτό
- που φανερώνει εχθρότητα, επιθετικότητα, αδιαλλαξία, μίσος κ.λπ.
- που δεν δέχεται κάτι, που διάκειται αρνητικά προς αυτό
- δυσμενής, αρνητικός
Ισοδύναμα
العربية
معادي
BE
варо́жы
BG
вреден
CA
hostil
Čeština
nepřátelský
Ελληνικά
επιζήμιος
Suomi
vihamielinen
עברית
עוין
हिन्दी
शत्रुतापूर्ण
HU
ellenséges
한국어
적대적인
Português
hostil
RO
ostil
SK
nepriateľský
SQ
armiqësor
Παραδείγματα
“※ Βυζαντινοί αυτοκράτορες είχαν εγκαταστήσει ένα σύστημα φάρων από τα σύνορα της αυτοκρατορίας ως την Κωνσταντινούπολη που, ως επί το πλείστον, είχαν οπτική επαφή ο ένας με τον άλλον και στους οποίους άναβαν τη φωτιά κάθε φορά που εχθρικά στρατεύματα εισέβαλλαν στη χώρα τους. (εφημερίδα Το Βήμα, 28.11.2004)”
“τήρησε εχθρική στάση εναντίον των προτάσεων του συναδέλφου του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.