Σημασία του ευλογιά | Babel Free
e.vloˈʝi.aΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα
- λοιμική επιδημική νόσος που οφείλεται σε ιούς (Variola major ή Variola minor) και προκαλεί ερυθηματώδη εξανθήματα και αργότερα φουσκάλες γεμάτες υγρό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ
- εκκλησιαστική ευχή με την οποία μεταδίδεται η θεία χάρη σε κάποιον, μέσω του ευλογούντα κληρικού
- η ευχή ηλικιωμένου σε νεότερο
- το θετικό πράγμα ή στοιχείο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ευλόγηση”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free