HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευλογιά | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/e.vloˈʝi.a/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γυναικείο όνομα
  3. λοιμική επιδημική νόσος που οφείλεται σε ιούς (Variola major ή Variola minor) και προκαλεί ερυθηματώδη εξανθήματα και αργότερα φουσκάλες γεμάτες υγρό
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ
  5. εκκλησιαστική ευχή με την οποία μεταδίδεται η θεία χάρη σε κάποιον, μέσω του ευλογούντα κληρικού
  6. η ευχή ηλικιωμένου σε νεότερο
  7. το θετικό πράγμα ή στοιχείο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: ευλόγηση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευλογιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course