Meaning of επισκιάζω | Babel Free
/e.pi.sciˈa.zo/Ορισμοί
αφήνω κάτι ή κάποιον σε δεύτερη θέση, κερδίζω τις εντυπώσεις ή υπερτερώ τόσο, ώστε να φαίνεται κάτι άλλο ασήμαντο σε σχέση με μένα
Ισοδύναμα
English
shadow
Παραδείγματα
“※ [με παρωχημένο τύπο αορίστου επεσκίασα Mια νέα, τεράστια έκρηξη, στο κέντρο της Bαγδάτης, επεσκίασε τον σχηματισμό 25μελούς μεταβατικής κυβέρνησης. (εφημερίδα Καθημερινή, 3 Σεπτεμβρίου 2003)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.