νάνος
Ορισμοί
- άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
- ανδρικό επώνυμο
-
άτομο ανάξιο κι ασήμαντο στον τομέα στον οποία ανήκει figuratively, offensive
- φυτό με διαστάσεις πολύ μικρότερες από το συνηθισμένο
- ζώο μικρού σώματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως πειραματόζωο
- λευκός νάνος ή άσπρος νάνος: αστέρας με σχετικά μικρό μέγεθος, αποτέλεσμα της έκρηξης αστέρα με μάζα λιγότερη από το οκταπλάσιο της μάζας του Ήλιου
- πλάσμα της φαντασίας που, υποτίθεται, ζει στα δάση, στα βουνά ή σε στοές κι έχει ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες, κυρίως, στην ξυλουργία και τη μεταλλουργία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο Τύριον Λάννιστερ στο «Game of Thrones» είναι νάνος.”
Tyrion Lannister from Game of Thrones is a dwarf.
“νάνος φοίνικας”
dwarf palm tree
“νάνος χοίρος”
dwarf pig
“για πλανήτες, δείτε πλανήτης νάνος”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free