Meaning of νάνος | Babel Free
/ˈna.nos/Ορισμοί
- άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
- ανδρικό επώνυμο
-
άτομο ανάξιο κι ασήμαντο στον τομέα στον οποία ανήκει figuratively, offensive
- φυτό με διαστάσεις πολύ μικρότερες από το συνηθισμένο
- ζώο μικρού σώματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως πειραματόζωο
- λευκός νάνος ή άσπρος νάνος: αστέρας με σχετικά μικρό μέγεθος, αποτέλεσμα της έκρηξης αστέρα με μάζα λιγότερη από το οκταπλάσιο της μάζας του Ήλιου
- πλάσμα της φαντασίας που, υποτίθεται, ζει στα δάση, στα βουνά ή σε στοές κι έχει ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες, κυρίως, στην ξυλουργία και τη μεταλλουργία
Ισοδύναμα
English
Dwarf
Παραδείγματα
“Ο Τύριον Λάννιστερ στο «Game of Thrones» είναι νάνος.”
Tyrion Lannister from Game of Thrones is a dwarf.
“νάνος φοίνικας”
dwarf palm tree
“νάνος χοίρος”
dwarf pig
“για πλανήτες, δείτε πλανήτης νάνος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.