ενσάρκωση
Ορισμοί
- το να αποκτά κάτι άυλο σάρκα και οστά
- η εμφάνιση σε έναν άνθρωπο ορισμένων χαρακτηριστικών κατά τρόπο παραδειγματικό
Ισοδύναμα
Françaisincarnation
30 more languages
Azərbaycan dilitəcəssüm
Българскиолицетворение
Catalàencarnació
ગુજરાતીઅવતાર
हिन्दीअवतार
Magyarmegtestesülés
Bahasa Indonesiaperwujudan
Italianoincarnazione
한국어화신
Latinaincorporatio
മലയാളംഅവതാരം
मराठीअवतार
Nederlandsbelichaming
Tagalogpagkakatawang-tao
Türkçeenkarnasyon
Παραδείγματα
“η ενσάρκωση του θείου”
“η ψυχή περιφέρεται μέχρι την επόμενη ενσάρκωσή της”
“ο ποιητής πλάθει τη μορφή του ιππότη ως την ενσάρκωση όλων των ιδεωδών του ρομαντισμού”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free