HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ενσάρκωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/enˈsar.ko.si/

Ορισμοί

  1. το να αποκτά κάτι άυλο σάρκα και οστά
  2. η εμφάνιση σε έναν άνθρωπο ορισμένων χαρακτηριστικών κατά τρόπο παραδειγματικό

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“η ενσάρκωση του θείου”
“η ψυχή περιφέρεται μέχρι την επόμενη ενσάρκωσή της”
“ο ποιητής πλάθει τη μορφή του ιππότη ως την ενσάρκωση όλων των ιδεωδών του ρομαντισμού”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ενσάρκωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course