Σημασία του ενσάρκωση | Babel Free
enˈsar.ko.siΟρισμοί
- το να αποκτά κάτι άυλο σάρκα και οστά
- η εμφάνιση σε έναν άνθρωπο ορισμένων χαρακτηριστικών κατά τρόπο παραδειγματικό
Ισοδύναμα
Azərbaycan dili
təcəssüm
Български
олицетворение
Català
encarnació
Français
incarnation
ગુજરાતી
અવતાર
हिन्दी
अवतार
Magyar
megtestesülés
Bahasa Indonesia
perwujudan
Italiano
incarnazione
한국어
화신
Latina
incorporatio
മലയാളം
അവതാരം
मराठी
अवतार
Nederlands
belichaming
Tagalog
pagkakatawang-tao
Türkçe
enkarnasyon
Παραδείγματα
“η ενσάρκωση του θείου”
“η ψυχή περιφέρεται μέχρι την επόμενη ενσάρκωσή της”
“ο ποιητής πλάθει τη μορφή του ιππότη ως την ενσάρκωση όλων των ιδεωδών του ρομαντισμού”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free