Meaning of ενσάρκωση | Babel Free
/enˈsar.ko.si/Ορισμοί
- το να αποκτά κάτι άυλο σάρκα και οστά
- η εμφάνιση σε έναν άνθρωπο ορισμένων χαρακτηριστικών κατά τρόπο παραδειγματικό
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η ενσάρκωση του θείου”
“η ψυχή περιφέρεται μέχρι την επόμενη ενσάρκωσή της”
“ο ποιητής πλάθει τη μορφή του ιππότη ως την ενσάρκωση όλων των ιδεωδών του ρομαντισμού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.