Meaning of ένσημο | Babel Free
Ορισμοί
- ειδικό κομμάτι χαρτιού, σαν γραμματόσημο, που δίνονταν παλιότερα από το κράτος ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό σαν αποδεικτικό ότι έχουν πληρωθεί ασφαλιστικές εισφορές
-
ο αριθμός των ημερών ή το ποσό που αφορά το παραπάνω αποδεικτικό broadly, plural-normally
Παραδείγματα
“τα βιβλιάρια ενσήμων έχουν πια καταργηθεί αλλά μπορεί να χρειαστούν σαν αποδεικτικά”
“(ειδικότερα) ο αριθμός των ημερών που είναι συντάξιμες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.