Meaning of εκτελώ | Babel Free
/e.kteˈlo/Ορισμοί
- εκτελώ, φέρω εις πέρας
- επιτελώ, πραγματοποιώ
- θανατώνω κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο
- θέτω πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας
- παίζω ένα έργο, μία σύνθεση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Εκτέλεσα τις εντολές του.”
I carried out his orders.
“Εκτελώ τα καθήκοντά μου.”
I do my duty.
“Εκτελέστηκε δι’ αποκεφαλισμού.”
He was executed by beheading.
“Η τρομοκρατική οργάνωση εκτέλεσε νεαρό.”
The terrorist group killed a young person.
“Εκτέλεσαν άψογα το κομμάτι του Μότσαρτ.”
They performed Mozart's piece brilliantly.
“※ 1909 ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Γιὰ τὴν πατρίδα, Κεφάλαιον Ε΄”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“※ Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν. Ἡ ἀληθὴς ὑγίεια, Άπαντα, τόμος 5ος, 1907)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.