Conjugation of εκτελώ
e.kteˈloθέτω πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτελώ |
| εσύ | εκτελείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελεί |
| εμείς | εκτελούμε |
| εσείς | εκτελείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελούν |
Παρατατικός
| εγώ | εκτελούσα |
| εσύ | εκτελούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελούσε |
| εμείς | εκτελούσαμε |
| εσείς | εκτελούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εκτέλεσα |
| εσύ | εκτέλεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτέλεσε |
| εμείς | εκτελέσαμε |
| εσείς | εκτελέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτέλεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτελέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτελέσω |
| εσύ | εκτελέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελέσει |
| εμείς | εκτελέσουμε |
| εσείς | εκτελέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκτελείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτέλεσε |
| εσείς | εκτελέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτελέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτελούμαι |
| εσύ | εκτελείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελείται |
| εμείς | εκτελούμαστε |
| εσείς | εκτελείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελούνταν |
| εμείς | εκτελούμασταν |
| εσείς | [εκτελούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εκτελέστηκα |
| εσύ | εκτελέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελέστηκε |
| εμείς | εκτελεστήκαμε |
| εσείς | εκτελεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελέστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτελεστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτελεστώ |
| εσύ | εκτελεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτελεστεί |
| εμείς | εκτελεστούμε |
| εσείς | εκτελεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτελεστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκτελείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτελέσου |
| εσείς | εκτελεστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτελεστεί |