HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκτελώ — definition

Conjugation of εκτελώ

Regular CEFR C2
e.kteˈlo

θέτω πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκτελώ
εσύ εκτελείς
αυτός / αυτή / αυτό εκτελεί
εμείς εκτελούμε
εσείς εκτελείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελούν
Παρατατικός
εγώ εκτελούσα
εσύ εκτελούσες
αυτός / αυτή / αυτό εκτελούσε
εμείς εκτελούσαμε
εσείς εκτελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελούσαν
Αόριστος
εγώ εκτέλεσα
εσύ εκτέλεσες
αυτός / αυτή / αυτό εκτέλεσε
εμείς εκτελέσαμε
εσείς εκτελέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτέλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτελέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκτελέσω
εσύ εκτελέσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκτελέσει
εμείς εκτελέσουμε
εσείς εκτελέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκτελείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκτέλεσε
εσείς εκτελέστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκτελέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκτελούμαι
εσύ εκτελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκτελείται
εμείς εκτελούμαστε
εσείς εκτελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό εκτελούνταν
εμείς εκτελούμασταν
εσείς [εκτελούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελούνταν
Αόριστος
εγώ εκτελέστηκα
εσύ εκτελέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκτελέστηκε
εμείς εκτελεστήκαμε
εσείς εκτελεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτελεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκτελεστώ
εσύ εκτελεστείς
αυτός / αυτή / αυτό εκτελεστεί
εμείς εκτελεστούμε
εσείς εκτελεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτελεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκτελείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκτελέσου
εσείς εκτελεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκτελεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary