HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάχυτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
ðiˈa.çi.tos

Ορισμοί

  1. που διαχέεται, που διασκορπίζεται
  2. που βρίσκεται σ’ όλους γενικά, που είναι φανερός
    figuratively

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“διάχυτη μυρωδιά”
“διάχυτη χαρά”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάχυτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free