Meaning of δίχαλο | Babel Free
Ορισμοί
οποιοδήποτε εργαλείο ή εξάρτημα μηχανισμού που απολήγει σε δύο διακριτά σκέλη —συνήθως σε σχήμα V— και χρησιμεύει στη σύζευξη μερών, στην απαγωγή αερίων, στην καλλιέργεια του εδάφους κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
fork
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.