Meaning of βράζω | Babel Free
/ˈvrazo/Ορισμοί
-
για υγρό του οποίου η θερμοκρασία έχει ανέλθει στο σημείο βρασμού, κοχλάζει και μεγάλο μέρος της μάζας του μετατρέπεται σε αέριο intransitive
-
θερμαίνω ένα υγρό ώστε να μετατραπεί σε αέριο transitive
-
για φαγητό που μαγειρεύεται με βράσιμο intransitive
-
ετοιμάζω βραστό φαγητό ή ρόφημα transitive
- για ουσίες που περνούν από διαδικασία ζύμωσης
-
έχω πολύ υψηλή θερμοκρασία figuratively, intransitive
-
κατέχομαι από έντονα συναισθήματα θυμού, αγανάκτησης και είμαι έτοιμος να εκραγώ figuratively, intransitive
Παραδείγματα
“Βράζω το νερό για τα μακαρόνια.”
I boil the water for the spaghetti.
“Βράζω στον πυρετό.”
I am burning with fever.
“Βράζω απ’ το κακό μου.”
I am absolutely furious.
“Βράζει το αίμα του.”
He is worked up [ready for action].
“※ Μέσα μου έβραζα, διατήρησα ωστόσο την ψυχραιμία μου. (Τεύκρος Μιχαηλίδης (2006) Πυθαγόρεια Εγκλήματα [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.