Conjugation of βράζω
ˈvrazoγια υγρό του οποίου η θερμοκρασία έχει ανέλθει στο σημείο βρασμού, κοχλάζει και μεγάλο μέρος της μάζας του μετατρέπεται σε αέριο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βράζω |
| εσύ | βράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βράζει |
| εμείς | βράζουμε |
| εσείς | βράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβραζα |
| εσύ | έβραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβραζε |
| εμείς | βράζαμε |
| εσείς | βράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβραζαν |
Αόριστος
| εγώ | έβρασα |
| εσύ | έβρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβρασε |
| εμείς | βράσαμε |
| εσείς | βράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βράσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βράσω |
| εσύ | βράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βράσει |
| εμείς | βράσουμε |
| εσείς | βράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βράσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βράζε |
| εσείς | βράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βράσε |
| εσείς | βράστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βράσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βράζομαι |
| εσύ | βράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βράζεται |
| εμείς | βραζόμαστε |
| εσείς | βράζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βράζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βραζόμουν |
| εσύ | βραζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βραζόταν |
| εμείς | βραζόμασταν |
| εσείς | βραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βράζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βράστηκα |
| εσύ | βράστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βράστηκε |
| εμείς | βραστήκαμε |
| εσείς | βραστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βράστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βραστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βραστώ |
| εσύ | βραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βραστεί |
| εμείς | βραστούμε |
| εσείς | βραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βραστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βράζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βράσου |
| εσείς | βραστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βραστεί |