Meaning of βάτα | Babel Free
/ˈva.ta/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- στρώμα υλικού, συνήθως από βαμβάκι, που μπαίνει κάτω από το εξωτερικό ύφασμα, για να ενίσχυσει κάποιο σημείο, συνήθως τους ώμους
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτος accusative, nominative, plural, vocative
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτο accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.