βαρίδι
Ορισμοί
- μικρό μεταλλικό αντικείμενο που προσθέτει βάρος
- σε μια ζυγαριά ή παλάντζα ή πλάστιγγα ή καντάρι
- ημιορεινό χωριό στη βόρεια Άνδρο
- σε αλιευτικά εργαλεία (πετονιά, καλάμι, δίχτυα), για να τα κρατά βυθισμένα στο νερό
- στο νήμα της στάθμης του αλφαδιού των οικοδόμων
- στα στημόνια ενός αργαλειού, προκειμένου να είναι τεντωμένα
- στην άκρη ενός ωρολογιακού εκκρεμούς ή ενός ρολογιού-κούκου
- κάθε εξαρτημένο και αιωρούμενο αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε ως βάρος ή αντίβαρο
-
καθετί που το αισθανόμαστε βαρύ figuratively
Ισοδύναμα
28 more languages
Češtinabob
Suomikapsahtaakohtisuorakohtisuorassakohtisuorastikokonaanluodataluotilyijypainopainorihdataromahtaaseuratasuoraantäysin
Gaeilgepuntán
한국어싱커
Te Reo Māorimotu
Polskibóbchynąćciężarekgibaćkiwaćkiwnąćkołysaćosiadaćosiąśćpionprzenikaćrunąćsondasondowaćwręczwysondowaćzakołysać
Românăplumb
Tagalogpatitis
Παραδείγματα
“βαρίδι βυθοσκόπησης”
“※ Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)”
“Αισθάνομαι τα χέρια μου βαρίδια”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free