Meaning of βολίδα | Babel Free
/voˈliða/Ορισμοί
- μεταλλικό όργανο για βυθομετρήσεις
- αντικείμενο που εισέρχεται φλεγόμενο και με μεγάλη ταχύτητα από το διάστημα στη γήινη ατμόσφαιρα
- αντικείμενο που εκτοξεύεται από τον άνθρωπο στο διάστημα για ερευνητικούς σκοπούς
- βλήμα πυροβόλου όπλου
-
για κάτι που κινείται με μεγάλη ταχύτητα figuratively
Ισοδύναμα
English
plumb bob
Παραδείγματα
“Το αμερικανικό διαστημόπλοιο Pioneer Venus Multiprobe απελευθέρωσε τέσσερις βολίδες που διέσχισαν τα σύννεφα του πλανήτη Αφροδίτη”
“Μία βολίδα βρήκε τη λαβή του όπλου και άλλη μία την κάννη. Αν δεν είχε εκεί το όπλο, θεωρείται βέβαιο ότι και οι δύο βολίδες θα είχαν καρφωθεί στην κοιλιά (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 3 Αυγ. 2001)”
“μας χαιρέτισε και έφυγε βολίδα”
“το καινούριο μου αυτοκίνητο πάει βολίδα (είναι πολύ γρήγορο)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.