HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βολίδα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
voˈliða

Ορισμοί

  1. μεταλλικό όργανο για βυθομετρήσεις
  2. αντικείμενο που εισέρχεται φλεγόμενο και με μεγάλη ταχύτητα από το διάστημα στη γήινη ατμόσφαιρα
  3. αντικείμενο που εκτοξεύεται από τον άνθρωπο στο διάστημα για ερευνητικούς σκοπούς
  4. βλήμα πυροβόλου όπλου
  5. για κάτι που κινείται με μεγάλη ταχύτητα
    figuratively

Ισοδύναμα

Català bòlid
Čeština bolid
Dansk ildkugle
Esperanto bolido fajropilko
Gaeilge puntán
Gàidhlig dreag
Magyar tűzgolyó
Bahasa Indonesia lot unting-unting
Íslenska eldhnöttur
日本語 ひだま 火の玉 火球 鉛錘
ქართული ბოლიდი
Kurdî lod lot
Latina fax
Македонски болид
Português bola de fogo bólide
Română minge de foc plumb
Svenska eldklot eldkula lod lodrät tyngd
Tagalog patitis
Türkçe şakullemek
Українська висок

Παραδείγματα

“Το αμερικανικό διαστημόπλοιο Pioneer Venus Multiprobe απελευθέρωσε τέσσερις βολίδες που διέσχισαν τα σύννεφα του πλανήτη Αφροδίτη”
“Μία βολίδα βρήκε τη λαβή του όπλου και άλλη μία την κάννη. Αν δεν είχε εκεί το όπλο, θεωρείται βέβαιο ότι και οι δύο βολίδες θα είχαν καρφωθεί στην κοιλιά (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 3 Αυγ. 2001)”
“μας χαιρέτισε και έφυγε βολίδα”
“το καινούριο μου αυτοκίνητο πάει βολίδα (είναι πολύ γρήγορο)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βολίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free