βάτα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- στρώμα υλικού, συνήθως από βαμβάκι, που μπαίνει κάτω από το εξωτερικό ύφασμα, για να ενίσχυσει κάποιο σημείο, συνήθως τους ώμους
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτος accusative, nominative, plural, vocative
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτο accusative, nominative, plural, vocative
Ισοδύναμα
20 more languages
Ελληνικάσουμέν
Suomipaisuttelupehmikepehmustaminenpehmustepehmusteetpehmustuspurutallaaminentallaustassuntassutteleminentäytetöpöttäminentöpötystoppausvanuvatiinivilla
עבריתריפוד
日本語心地
한국어심
Kurdîvîlla
ไทยนวม
Türkçeped
Українськавата
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free