Σημασία του ατέλεια | Babel Free
aˈte.li.aΟρισμοί
- η έλλειψη υποχρέωσης για πληρωμή δασμών ή φόρων, η απαλλαγή από αυτούς.
- το ελάττωμα
Ισοδύναμα
Български
недостатък
Català
imperfecció
Čeština
nedokonalost
Gaeilge
neamhfhoirfeacht
हिन्दी
अपूर्णता
한국어
불량
Português
imperfeição
Română
imperfecțiune
Shqip
gërdhitë
Українська
недосконалість
Παραδείγματα
“Τα εμπορεύματα εισήχθησαν με ατέλεια από τον φόρο.”
The goods were imported with exemption from tax.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free