HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/a.stiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. που έχει σχέση με την συγκοινωνία ή την επικοινωνία μέσα σε μια πόλη, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
  3. που έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός πολίτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
  4. που έχει σχέση με την κοινωνική τάξη των αστών και τους αστούς, αναφέρεται σ’ αυτά ή εκφράζει τους αστούς

Ισοδύναμα

English Bourgeois urban

Παραδείγματα

“αστικό δίκαιο”

civil law

“αστική θέση”

bourgeois position

“αστικό λεωφορείο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course