Σημασία του αστικός | Babel Free
a.stiˈkosΟρισμοί
- που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
- που έχει σχέση με την συγκοινωνία ή την επικοινωνία μέσα σε μια πόλη, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
- που έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός πολίτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
- που έχει σχέση με την κοινωνική τάξη των αστών και τους αστούς, αναφέρεται σ’ αυτά ή εκφράζει τους αστούς
Ισοδύναμα
Deutsch
bieder
bourgeois
Burger
bürgerlich
bürgerlich
großstädtisch
spießbürgerlich
spießig
städtisch
städtisch
urban
zivilrechtlich
Bahasa Indonesia
madani
Latviešu
pilsonisks
Nederlands
burgerlijk
Παραδείγματα
“αστικό δίκαιο”
civil law
“αστική θέση”
bourgeois position
“αστικό λεωφορείο”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free