HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αστικός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
a.stiˈkos

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. που έχει σχέση με την συγκοινωνία ή την επικοινωνία μέσα σε μια πόλη, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
  3. που έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός πολίτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
  4. που έχει σχέση με την κοινωνική τάξη των αστών και τους αστούς, αναφέρεται σ’ αυτά ή εκφράζει τους αστούς

Ισοδύναμα

العربية برجوازي مدني
Ελληνικά αστός πολιτικός
English Bourgeois bourgeois civic urban urban
Esperanto urba urba
Bahasa Indonesia madani
Kurdî sivîl sivîl
Latina civicus civilis intestinus urbicus
Latviešu pilsonisks
Nederlands burgerlijk
Српски gradski urban градски урбан
Türkçe burjuva kentli kentsoylu şehirli sivil
Tiếng Việt tư sản Ước Bang Urbanô

Παραδείγματα

“αστικό δίκαιο”

civil law

“αστική θέση”

bourgeois position

“αστικό λεωφορείο”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αστικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free