Meaning of αστός | Babel Free
Ορισμοί
- ο κάτοικος της πόλης
- ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο πλουτοκράτης· το άτομο εκείνο που κατέχει μεγαλύτερη περιουσία σε σχέση με την πλειοψηφία της κοινωνίας χάριν των επιχειρήσεών του
Ισοδύναμα
English
Bourgeois
Παραδείγματα
“ταξικός πόλεμος ανάμεσα σε αστούς και προλετάριους”
class war between bourgeois and proletarians
“αστός δημοσιογράφος”
bourgeois journalist
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.