HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ασελγής

Επίθετο θηλυκό CEFR B1
aselˈʝis

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του άσελγη
    genitive, singular
  2. που φέρεται με ασέλγεια ή τον χαρακτηρίζει η ασέλγεια

Ισοδύναμα

25 more languages

Παραδείγματα

“Δεν θέλω να ακούσω για τις ασελγείς λεπτομέρειες, με αηδιάζει.”

I don't want to hear the lewd details, it disgusts me.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασελγής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free