ανασκευή
Ορισμοί
το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκευάζω, η αλλαγή μιας επίσημης δήλωσης (π.χ. μαρτυρικής κατάθεσης) από τον ίδιο το μάρτυρα ή η απόδειξη από άλλους ότι η συγκεκριμένη δήλωση ή επιχείρημα δεν ευσταθούσε
Ισοδύναμα
29 more languages
Češtinavyvrácení
DeutschBehebungBerichtigungErwiderungGegenbeweisGegendarstellungGegenschriftRektifikationReplikRichtigstellungWiderlegungWiderredeWiderwortZurückweisung
Gaeilgebréagnú
Gàidhligàicheadh
Kurdîreplîk
Portuguêsrefutação
Românărectificare
Türkçedüzeltme
Tiếng Việtphản chứng
Παραδείγματα
“Και τώρα, κυρία πρόεδρος, θα προχωρήσω στην ανασκευή των επιχειρημάτων της πολιτικής αγωγής και θα αποδείξω ότι αδίκως κατηγορούμεθα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free