Meaning of αναίρεση | Babel Free
Ορισμοί
- η ακύρωση μιας αλλαγής
- η ακύρωση της αλλοίωσης ενός φθόγγου που είχε προηγουμένως αλλοιωθεί από μία δίεση ή μία ύφεση
Ισοδύναμα
English
Refutation
Παραδείγματα
“ο Άρειος Πάγος ως ανώτατο δικαστήριο του κράτους, δικάζει μετά την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης εκ των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων”
“διπλή αναίρεση (♮♮), αναίρεση δίεση (♮♯), αναίρεση ύφεση (♮♮): αλλοιώσεις που δεν χρησιμοποιούνται πλέον σήμερα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.