Meaning of αναιρέτης | Babel Free
Ορισμοί
- που εμποδίζει, καταστρέφει (σπάνια χρήση)
- αστρολογικός όρος για τον πλανήτη που οι αστρολόγοι πιστεύουν ότι μπορεί να επηρεάσει το θάνατο ενός ατόμου και ο οποίος θεωρείται αντίθετος του θετικού αφέτη (στα λατινικά anareta και anaereta από την αρχαιοελληνική λέξη ἀναιρέτης)
Παραδείγματα
“Χαίρε των απιστούντων, ο ταχύ αναιρέτης (κοντάκιο από τους Χαιρετισμούς στον Πανάγιο Τάφο)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.