HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναιρέτης | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. που εμποδίζει, καταστρέφει (σπάνια χρήση)
  2. αστρολογικός όρος για τον πλανήτη που οι αστρολόγοι πιστεύουν ότι μπορεί να επηρεάσει το θάνατο ενός ατόμου και ο οποίος θεωρείται αντίθετος του θετικού αφέτη (στα λατινικά anareta και anaereta από την αρχαιοελληνική λέξη ἀναιρέτης)

Παραδείγματα

“Χαίρε των απιστούντων, ο ταχύ αναιρέτης (κοντάκιο από τους Χαιρετισμούς στον Πανάγιο Τάφο)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναιρέτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course