HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναισθησία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/anesθiˈsia/

Ορισμοί

  1. η κατάσταση του αναίσθητου, η έλλειψη συνειδητότητας, κατάσταση που μοιάζει με τον ύπνο και προκαλείται από τη χορήγηση ειδικών ουσιών, όπως π.χ. πριν από χειρουργική επέμβαση
  2. η ουσία που προκαλεί την προαναφερθείσα κατάσταση
    figuratively
  3. η ιδιότητα του αναίσθητου, η έλλειψη συναισθημάτων, η αδιαφορία για τον πόνο του άλλου, για τις επιπλήξεις που κάποιος δέχεται κλπ

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“η επέμβαση αναβλήθηκε επειδή ο ασθενής προς το παρόν δεν μπορεί να δεχτεί αναισθησία”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναισθησία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course