κατάρριψη
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρίπτω
- η ρίψη κάτω (στο έδαφος) ενός αντικειμένου
-
η ανατροπή μιας άποψης, θέσης, γνώμης κ.λπ., η αντίκρουση figuratively
- υπέρβαση ενός ρεκόρ από αθλητή με παράλληλη καταγραφή νέου ρεκόρ
- προσβολή ενός εχθρικού εναέριου στόχου με αποτέλεσμα την πτώση του
- κατάρρευση ζωτικών λειτουργιών ενός ασθενούς
Ισοδύναμα
21 more languages
Българскиотричане
Bosanskiraskid
DeutschbrandaktuellbrechendBrechungErwiderungGegenbeweisGegendarstellungGegenschriftReplikWiderlegungWiderredeWiderwortZurückweisung
Suomihajoaminenhajotuskatkeaminenkatkeileminenkoittaminenmurjaisumurtaminenmurtelumurtomurtuminennujerrusrikkominenrikkoutuminensärjentäsärkeminensärkyminentaittuminenvastaväite
עבריתאבזקה
Hrvatskiraskid
Kurdîreplîk
Nederlandsweerlegging
Polskiwypicie
Portuguêsrefutação
Српскиraskid
ไทยรุ่ง
Українськаспростування
Tiếng Việtnóng hổi
Παραδείγματα
“※ Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση και ερμηνεία της διαιώνισης των έμφυλων στερεότυπων που κατακλύζουν τη ζωή μας, από τη στιγμή που καθορίζεται το φύλο μας, και η παρουσίαση στρατηγικών και προτάσεων για την κατάρριψή τους στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, δίνοντας έμφαση στην προσχολική ηλικία, όπου τίθενται καθοριστικές βάσεις για τις ιδέες, τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά των μικρών παιδιών.”
“※ Σε «διαφορετικές τεχνικές εκτιμήσεις» απέδωσε η Τουρκία την κατάρριψη του μη επανδρωμένου τηλεκατευθυνόμενου αεροσκάφους της από αμερικανικές δυνάμεις στη Συρία.”
“Ο ασθενής πέθανε από πνευμονικό οίδημα και καρδιοαναπνευστική κατάρριψη.”
“※ Σύμφωνα με τις πρόσφατες (2021) κατευθυντήριες οδηγίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αναζωογόνησης (European Resuscitation Council-ERC), υπάρχουν δύο βασικές στρατηγικές για την πρόληψη της καρδιαγγειακής επιδείνωσης και τη λήψη απόφασης για έναρξη αναζωογόνησης: Εξατομικευμένη λήψη αποφάσεων, ώστε να αποφασιστεί η πραγματοποίηση αναζωογόνησης, και Έγκαιρη αναγνώριση της κλινικής επιδείνωσης, ώστε να αποφευχθεί η καρδιοαναπνευστική κατάρριψη.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free