Meaning of αναλογία | Babel Free
/analoˈʝia/Ορισμοί
- σχέση δύο ή περισσότερων μεγεθών μεταξύ τους, ο λόγος της τιμής ή του μεγέθους του ενός προς το άλλο, σε μια πραγματική ή υποθετική διαίρεση ή σε έναν άτυπο πολλαπλασιασμό
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλόγιο accusative, nominative, plural, vocative
- ομοιότητα, παραλληλισμό
- μέτρο, σύνεση, η τοποθέτηση ενός ζητήματος σε αντικειμενικές, πραγματικές διαστάσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Στην αστυφιλία η αναλογία του αστικού προς τον αγροτικό πληθυσμό μπορεί να είναι ακόμα και 2 προς 1. (δηλαδή οι αστοί να είναι διπλάσιοι)”
“oι αναλογίες του ανθρώπινου σώματος”
“pρέπει να τηρούνται οι αναλογίες διαφορετικά χαλάει η συνταγή”
“sτην ταινία τηρούνται θαυμάσια οι αναλογίες μυστηρίου και δράσης”
“Εξαιρετικό έργο στο είδος του, μου θύμιζε τον «Άμλετ», τηρουμένων βέβαια των αναλογιών.”
“Πολλοί διακρίνουν μια αναλογία ανάμεσα στην πτώχευση μιας χώρας και στην κήρυξη πολέμου εναντίον της.”
“Έχασες κάθε αίσθηση του μέτρου και των αναλογιών. Πρέπει να ανακτήσεις την ψυχραιμία σου!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.