HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάριος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/aˈnaɾ.ʝos/

Ορισμοί

  1. αραιός
    literary, vulgar
  2. σποραδικός
    literary, vulgar

Παραδείγματα

“※ Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο, μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του. Καὶ τὰ γυμνὰ κλαριὰ σὰν χέρια ὑψώνονται καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.”
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, 1η έκδοση 1955.”
“※ Ποτίζει με ως στ’ ακρόνυχα η ουρανική γαλήνη, σάρκα νηπίου τον πόθο μου σα να ’θελε απαλύνει. Και κάποιο φύσημα λεπτό κι ανάριο στο κορμί μου, σαν του δαφνόλαδου η πνοή, ξυπνάει τη δύναμή μου!”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάριος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course