Meaning of ανάριος | Babel Free
/aˈnaɾ.ʝos/Ορισμοί
-
αραιός literary, vulgar
-
σποραδικός literary, vulgar
Παραδείγματα
“※ Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο, μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του. Καὶ τὰ γυμνὰ κλαριὰ σὰν χέρια ὑψώνονται καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.”
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, 1η έκδοση 1955.”
“※ Ποτίζει με ως στ’ ακρόνυχα η ουρανική γαλήνη, σάρκα νηπίου τον πόθο μου σα να ’θελε απαλύνει. Και κάποιο φύσημα λεπτό κι ανάριο στο κορμί μου, σαν του δαφνόλαδου η πνοή, ξυπνάει τη δύναμή μου!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.