Meaning of ακέραιος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι
- καθένας από τους αριθμούς του συνόλου ℤ, το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο
-
σώος, αβλαβής figuratively
-
που είναι έντιμος ή άψογος figuratively
Παραδείγματα
“να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.