Meaning of αγιάζι | Babel Free
/aˈʝa.zi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία
- πάχνη
Παραδείγματα
“※ Βράδυ προπαραμονής Χριστουγέννων, με το αγιάζι και την υγρασία να διαπερνούν ολόκληρο το κορμί.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.